ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟ CAPITAL CONTROL ΜΕΤΡΟΥΝ ΤΙΣ ΠΛΗΓΕΣ ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΑΙ ΟΛΗ Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Της Νένας Μαλλιάρα

Η 29η Ιουνίου, δύο χρόνια πριν, είναι η ημέρα που σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, προκαλώντας τεκτονικές αλλαγές οι οποίες δεν έχουν λάβει ακόμη την τελική μορφή τους. 

Τα capital controls με τα οποία ξημέρωσε η Δευτέρα 29 Ιουνίου 2015 και η τραπεζική αργία (29/6 έως 20/7/2017) που κατέληξε σε… αεργία για τις ελληνικές τράπεζες, καθώς έκτοτε έχασαν τον παραδοσιακό τους ρόλο του χρηματοδότη και διαμεσολαβητή στην Οικονομία, αποτελούν το ορόσημο μιας νέας εποχής που δημιούργησε προβλήματα υπαρξιακής φύσεως για το εγχώριο τραπεζικό σύστημα και έθεσε το πλαίσιο των νέων προκλήσεων για την επιβίωσή του.

Λειτουργώντας ακόμη σε καθεστώς κεφαλαιακών περιορισμών, έχοντας βιώσει την αποστράγγιση καταθετικής ρευστότητας και την εξάρτηση από τη χρηματοδότηση του ευρωσυστήματος και του ELA, την πρωτοφανή διόγκωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και την εκτεταμένη υποχρεωτική απομόχλευση των ισολογισμών τους, την περιπέτεια μίας τρίτης ανακεφαλαιοποίησης μέσα σε τρία χρόνια και την αυστηρή επιτροπεία της ΕΚΤ (SSM), οι ελληνικές τράπεζες πασχίζουν ακόμη να σταθεροποιήσουν το βήμα τους για την επόμενη ημέρα.

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν είναι τεράστιες και η επιτυχής ανταπόκριση σε αυτές είναι εφεξής άρρηκτα συνδεδεμένη με την ύπαρξη κλίματος πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας και συνέπειας – εγρήγορσης στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων. Μόνο μέσω αυτών, το τραπεζικό σύστημα δύναται και προσδοκά να ξαναβρεί τον θεμέλιο λίθο του: την εμπιστοσύνη.

Το “στοίχημα” της επόμενης μέρας για τις ελληνικές τράπεζες έχει κορυφαία προτεραιότητα την εξυγίανση των τραπεζικών χαρτοφυλακίων μέσω της αποτελεσματικότερης αντιμετώπισης του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Ο τελικός στόχος για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων των τραπεζών στα 66,7 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο 2019 από περίπου 106 δις. ευρώ σήμερα, θα αρχίσει να μπαίνει σε επιταχυνόμενη τροχιά, με κορύφωση τη διετία 2018 – 2019.

Η επίλυση του προβλήματος των “κόκκινων” δανείων αποτελεί προϋπόθεση για τη δεύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες: την εξεύρεση τρόπων για την επανεκκίνηση της επενδυτικής διαδικασίας και την επιστροφή στην ανάπτυξη.

Πέραν των δύο αυτών βασικών προκλήσεων, οι ελληνικές τράπεζες καλούνται να αντιμετωπίσουν επίσης μία σειρά ζητημάτων.

Πρόκειται συγκεκριμένα για:

– Τη συνέχιση της πορείας μείωσης της εξάρτησής τους σε ρευστότητα από το Ευρωσύστημα και την εκ νέου αυτόνομη πρόσβασή τους για δανεισμό στις αγορές,

– τη συνεπή υλοποίηση και εφαρμογή των σχεδίων αναδιάρθρωσης (restructuring plans),

– την αύξηση του ρυθμού επιστροφής των καταθέσεων,

– το διεθνές λογιστικό πρότυπο IFRS 9, το οποίο θα τεθεί σε εφαρμογή από το 2018 και θα αντικαταστήσει το μοντέλο πραγματοποιηθεισών ζημιών (incurred loss model) με το μοντέλο αναμενόμενων ζημιών (expected loss model), οδηγώντας τις τράπεζες σε υψηλότερες προβλέψεις με τις όποιες αρνητικές επιπτώσεις αυτό συνεπάγεται για την κεφαλαιακή τους επάρκεια,

– την καθιέρωση της “ελάχιστης απαίτησης για τα ίδια κεφάλαια και τις επιλέξιμες υποχρεώσεις”, γνωστή ως MREL, μέσω της οποίας επιδιώκεται να διασφαλιστεί ότι οι τράπεζες έχουν επαρκείς υποχρεώσεις με δυνατότητα απορρόφησης ζημιών σε περίπτωση εξυγίανσης (resolution), προκειμένου να είναι σε θέση να αντιμετωπίζουν τραπεζικές κρίσεις στο μέλλον, να διατηρείται η τραπεζική σταθερότητα και να ελαχιστοποιείται η επιβάρυνση των φορολογουμένων.

Η νέα απαίτηση MREL συνεπάγεται την ανάγκη έκδοσης από τις τράπεζες νέων επιλέξιμων υποχρεώσεων, κυρίως senior bonds, με κόστος, το οποίο οι τράπεζες θα πρέπει να ενσωματώσουν στο επιχειρηματικό τους μοντέλο.

 –  την ισχυροποίηση της κεφαλαιακής δομής τους με οριστική διευθέτηση του θέματος των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων,

– τις νέες τεχνολογίες  που θα αλλάξουν ριζικά το τραπεζικό σύστημα, τόσο σε ό,τι αφορά την παροχή υπηρεσιών προς τους πελάτες των τραπεζών, όσο και σε σχέση με την εισαγωγή νέων επιχειρηματικών μοντέλων τα οποία θα συμπληρώσουν ή, ενδεχομένως, και θα υποκαταστήσουν πλήρως την παραδοσιακή τραπεζική,

– την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία από την πλευρά των πολιτών, από τις αγορές και από τους εταίρους της χώρας,

– τη θετική πιστωτική επέκταση, η οποία αν και αποτελεί αναγκαία συνθήκη βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης, θα ακολουθήσει και δεν θα προηγηθεί της οικονομικής ανάκαμψης,

– τη συνεχή προσαρμογή τους στα διεθνή πρότυπα εταιρικής διακυβέρνησης, και τέλος,

– την περαιτέρω επέκταση της μετοχικής βάσης σε ιδιώτες επενδυτές, σε ξένα αλλά και σε ελληνικά χαρτοφυλάκια, των οποίων η συμμετοχή μειώθηκε σημαντικά τα τελευταία χρόνια λόγω των ανακεφαλαιοποιήσεων.

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.