Υποχρεωτική η ασφάλιση κτιρίων από το 2025 σε ζώνη υψηλής τρωτότητας!

Κατατέθηκε στη Βουλή ο «Εθνικός Κλιματικός Νόμος-Μετάβαση στην κλιματική ουδετερότητα και προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή». Με βάση όσα έχει αναφέρει η κυβέρνηση και ειδικά το αρμόδιο Υπουργείο Περιβάλλοντος κι Ενέργειας, ο κλιματικός νόμος περιλαμβάνει μέτρα για τη σταδιακή κατάργηση της χρήσης ορυκτών καυσίμων στις μεταφορές, τα κτίρια και την ηλεκτροπαραγωγή.

Αξίζει να σημειωθεί ότι με βάση το αρχικό κείμενο που είχε τεθεί σε δημόσια διαβούλευση, έχουν παραταθεί οι προθεσμίες χρήσης υδρογονανθράκων ενώ εντάσονται στον συνολικό σχεδιασμό τα ανανεώσιμα υγρά καύσιμα.

Μεταξύ άλλων, το νομοσχέδιο προβλέπει ότι από την 1η Ιανουαρίου 2025 τα νέα κτίρια που βρίσκονται σε ζώνες υψηλής τρωτότητας (γεωγραφικές ζώνες υψηλής πιθανότητας πλημμύρας ή σε σημεία κοντά σε δασικές περιοχές που χαρακτηρίζονται από υψηλό κίνδυνο πυρκαγιάς) θα ασφαλίζονται υποχρεωτικά. Η ύπαρξη ασφαλιστηρίου συμβολαίου αποτελεί προϋπόθεση για την ηλεκτροδότηση του κτιρίου.

Ειδικότερα, το Άρθρο 23 αναφέρει:

Ασφάλιση κινδύνου από την κλιματική αλλαγή

1. Από την 1η Ιανουαρίου 2025 τα νέα κτίρια που βρίσκονται σε ζώνες υψηλής τρωτότητας υπό την έννοια της παρ. 2 ασφαλίζονται υποχρεωτικά. Η ύπαρξη ασφαλιστηρίου συμβολαίου αποτελεί προϋπόθεση για την ηλεκτροδότηση του κτιρίου.

2. Ως ζώνες υψηλής τρωτότητας θεωρούνται οι περιοχές που βρίσκονται: α) Σε γεωγραφικές ζώνες υψηλής πιθανότητας πλημμύρας όπως αποτυπώνονται στους χάρτες επικινδυνότητας πλημμύρας της περ. γ’ της παρ. 3 του άρθρου 5 της υπό στοιχεία Η.Π.31822/1542/Ε103/20.7.2010 κοινής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Προστασίας του Πολίτη (Β’ 1108) και εμπίπτουν στο σενάριο πλημμύρας υψηλής πιθανότητας, β) πλησίον δασικών περιοχών που χαρακτηρίζονται από υψηλό κίνδυνο πυρκαγιάς. Οι περιοχές αυτές καθορίζονται με απόφαση του οικείου Γενικού Διευθυντή Δασών, λαμβάνοντας υπόψη το είδος της δασικής βλάστησης, την πυκνότητά της, την απόσταση από τα κτίρια και τις κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής. 

Οι βασικές προβλέψεις του νόμου περιλαμβάνουν τα εξής:

  • Ηλεκτροπαραγωγή: Απαγορεύεται η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από στερεά ορυκτά καύσιμα (δηλαδή από λιγνίτη) από την 31η Δεκεμβρίου 2028. Η προθεσμία μπορεί να επισπευστεί περαιτέρω με απόφαση που μπορεί να εκδοθεί μέχρι το 2025, αφού ληφθούν υπόψη η επάρκεια ισχύος και η ασφάλεια εφοδιασμού.
  • Οχήματα: Στην Περιφέρεια Αττικής και στην Θεσσαλονίκη (εκτός από τα νησιά), προβλέπεται ότι από το 2026 υποχρεωτικά όλα τα νέα ταξί καθώς και το ένα τρίτο των νέων ενοικιαζόμενων οχημάτων θα είναι οχήματα μηδενικών εκπομπών. Από την 1η Ιανουαρίου 2024, τουλάχιστον το ένα τέταρτο των νέων εταιρικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης που αποκτώνται με χρηματοδοτική μίσθωση ή αγορά, θα είναι αμιγώς ηλεκτρικά ή υβριδικά ηλεκτρικά οχήματα. Από την 1η Ιανουαρίου 2030 ή, εφόσον προβλέπεται διαφορετική ημερομηνία, από την ημερομηνία αναφοράς που προβλέπεται στο ενωσιακό δίκαιο, νέα επιβατικά και ελαφρά επαγγελματικά οχήματα που ταξινομούνται είναι μόνο οχήματα μηδενικών εκπομπών.
  • Κτίρια: Από την 1η Ιανουαρίου 2025 απαγορεύεται η πώληση και εγκατάσταση καυστήρων πετρελαίου θέρμανσης. Από την 1η Ιανουαρίου 2030, επιτρέπεται αποκλειστικά η πώληση πετρελαίου θέρμανσης το οποίο είναι αναμεμειγμένο σε ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό κατ’ όγκο με ανανεώσιμα υγρά καύσιμα.

 

Σύμφωνα με τις προωθούμενες διατάξεις:

  • Σκοπός του νόμου είναι η δημιουργία ενός συνεκτικού πλαισίου για τη βελτίωση της προσαρμοστικής ικανότητας και της κλιματικής ανθεκτικότητας της χώρας και τη διασφάλιση της σταδιακής μετάβασης της χώρας στην κλιματική ουδετερότητα έως το έτος 2050, με τον πλέον περιβαλλοντικά βιώσιμο, κοινωνικά δίκαιο και οικονομικά αποδοτικό τρόπο. Οι θεσπιζόμενες πολιτικές και τα μέτρα για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής έχουν ως στόχο τη μείωση των εκπομπών και την αύξηση των απορροφήσεων, την ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου στους επενδυτές και τους πολίτες, και την ομαλή μετάβαση της οικονομίας και της κοινωνίας στην κλιματική ουδετερότητα»
  • Προκειμένου να επιτευχθεί ο μακροπρόθεσμος στόχος κλιματικής ουδετερότητας ορίζονται ως ενδιάμεσοι κλιματικοί στόχοι για τα έτη 2030 και 2040 η μείωση των καθαρών ανθρωπογενών εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον πενήντα πέντε τοις εκατό (55%) και ογδόντα τοις εκατό (80%), αντίστοιχα, σε σύγκριση με τα επίπεδα του έτους 1990, λαμβάνοντας υπόψη τις προβλέψεις του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) το οποίο καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2018 για τη διακυβέρνηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Δράσης για το Κλίμα (L 328) και ειδικότερα με τη διαδικασία του άρθρου 5 της υπ’ αρ. 31/30.9.2019 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (Α΄ 147), περί κύρωσης του ΕΣΕΚ.

Το νομοσχέδιο φιλοδοξεί να εφαρμόσει μέτρα και πολιτικές για την προσαρμογή της χώρας στην κλιματική αλλαγή και τη διασφάλιση της πορείας απανθρακοποίησης έως το έτος 2050.

Ειδικότερα, θεσπίζονται:

α) μέτρα και πολιτικές για την ενίσχυση της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή με το μικρότερο δυνατό κόστος,

β) ενδιάμεσοι στόχοι μετριασμού των ανθρωπογενών εκπομπών για τα έτη 2030 και 2040,

γ) δείκτες παρακολούθησης της προόδου προς επίτευξη των σχετικών στόχων,

δ) διαδικασίες αξιολόγησης και αναπροσαρμογής των στόχων και λήψης πρόσθετων μέτρων, και

ε) μέτρα για τον μετριασμό των εκπομπών από την ηλεκτροπαραγωγή, τον κτιριακό τομέα, τις μεταφορές και τις επιχειρήσεις.

Στο σχέδιο νόμου προβλέπεται επίσης η δημιουργία μηχανισμού κατάρτισης προϋπολογισμών άνθρακα για τους βασικούς τομείς της οικονομίας και του συστήματος διακυβέρνησης και συμμετοχής για την ανάληψη κλιματικής δράσης.

Phishing: Ηλεκτρονικές απάτες σε τραπεζικούς λογαριασμούς και προστασία των πελατών

Phishing (ηλεκτρονικό «ψάρεμα») ονομάζονται πρακτικές εξαπάτησης (με πλαστές ιστοσελίδες, ηλεκτρονικά μηνύματα ή ειδοποιήσεις), με τις οποίες οι δράστες πληροφορούνται ή υφαρπάζουν τους μυστικούς κωδικούς (ΡΙΝ, ΤΑΝ) των καταναλωτών για διαδικτυακές συναλλαγές και προβαίνουν σε μεταφορές χρημάτων από τους λογαριασμούς τους που δεν μπορούν να ανατραπούν. Ο κίνδυνος τέτοιων πρακτικών, ενόψει της μεγάλης σημασίας που έχει πλέον προσλάβει το Online-Banking, είναι μεγάλος. Οι επιθέσεις phishing τείνουν να γίνουν ο τρόμος αιφνιδιασμένων καταναλωτών. Οι τελευταίοι, μέσα σε λίγα λεπτά, μπορούν να δουν τις οικονομίες που διατηρούν στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους να έχουν λεηλατηθεί. Σε αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει, λοιπόν, να γνωρίζουν τα μέσα προστασίας και τις δυνατότητες ανάκτησης των χρημάτων τους.

Στην περίπτωση του phishing δεν υπάρχει έγκυρη εντολή του πελάτη προς την τράπεζα για τη διαβίβαση των χρημάτων. Συνεπώς, η τράπεζα δεν δικαιούται να απαιτήσει από τον πελάτη, στο πλαίσιο της διαχείρισης του λογαριασμού που παρέχει, τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε για την εκτέλεση μίας τέτοιας εντολής. Υπό το πρίσμα αυτό η απάτη εκδηλώνεται κατ’ αρχήν σε βάρος της τράπεζας. Όμως, στην πράξη, σε όλες τις περιπτώσεις, η τράπεζα συμψηφίζει μονομερώς και στο σύνολό της την εν λόγω δαπάνη-ζημία, χρεώνοντας με το αντίστοιχο ύψος το λογαριασμό που διατηρεί ο πελάτης σε αυτή. Ως νομική δε βάση για την αποκατάσταση της ζημίας της, με τη μετακύλησή της στον καταναλωτή, η τράπεζα επικαλείται (ή εννοεί) την παραβίαση του καθήκοντος του τελευταίου για επιμελή διαφύλαξη της μυστικότητας των στοιχείων απέναντι σε οποιονδήποτε τρίτον. Η δε επιμελής συμπεριφορά που οφείλει να επιδεικνύει ο πελάτης περιλαμβάνει όχι μόνο την τήρηση της μυστικότητας των κωδικών αριθμών αλλά και τη σωστή αντίδραση απέναντι σε καταστάσεις ή στιγμές που είναι ύποπτες για την υφαρπαγή των στοιχείων αυτών.

Ο πελάτης έχει, λοιπόν, ευθύνη, όταν από βαριά αμέλεια γνωστοποιεί στοιχεία, τα οποία έχει αναλάβει την υποχρέωση να διατηρεί μυστικά και επιτρέπουν την διενέργεια των παράνομων συναλλαγών. Πότε υπάρχει βαριά αμέλεια, κρίνεται με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις και κατά περίπτωση. Το βέβαιο είναι ότι ο πελάτης δεν φέρει ευθύνη όταν η κατασκόπευση και παράνομη πρόσβαση στους τραπεζικούς λογαριασμούς επιτυγχάνεται δίχως τη δική του επιρροή (λ.χ. πρακτικές pharming).

Ωστόσο, η αποδοχή της ευθύνης του πελάτη δεν απαλλάσσει την τράπεζα από τη δική της ευθύνη στην πρόκληση της ζημίας. Έτσι, πέραν από την ευθύνη του πελάτη, σημασία έχει στις εν λόγω υποθέσεις και η συνυπαιτιότητα της τράπεζας, αν δηλαδή αυτή έχει λάβει εγκαίρως επαρκή μέτρα για την αποτελεσματική παρεμπόδιση του phishing. Η χρήση των κωδικών ΡΙΝ και ΤΑΝ που μόνο ο καταναλωτής γνωρίζει, ασφαλώς συνιστούν για την τράπεζα ένα τεκμήριο για τη γνησιότητα της εντολής πελάτη. Αντίστοιχα, όμως: Όπως υπάρχουν ύποπτες συμπεριφορές, τις οποίες θα πρέπει να αντιλαμβάνονται ως τέτοιες οι καταναλωτές και να μην ενδίδουν ή παρασύρονται από αυτές, αντίστοιχα υπάρχουν ύποπτες συναλλαγές (εντολές διαβίβασης), τις οποίες ομοίως οι τράπεζες μπορούν με τα μέσα που οι ίδιες διαθέτουν να τις εντοπίζουν και να τις αποτρέπουν. Πλέον, οι τράπεζες έχουν τη δυνατότητα και πολλές, άλλωστε, έχουν αναπτύξει συστήματα εντοπισμού των ύποπτων συναλλαγών που κλονίζουν το τεκμήριο γνησιότητας και ενεργοποιούν μηχανισμούς επιβεβαίωσης της συναλλαγής, οι οποίες και οδηγούν στην αποτροπή της πραγματοποίησης των παράνομων μεταφορών χρημάτων. Μία τράπεζα που σήμερα δεν παρέχει την λειτουργία αυτή, είναι υπόλογη για παρωχημένη προστασία.

Το phishing είναι μία απειλή που δεν μπορεί να αγνοηθεί στην πραγματικότητα των διαδικτυακών τραπεζικών συναλλαγών. Οι τράπεζες δεν μπορούν να παραβλέπουν το γεγονός ότι πλήθος καταναλωτών – μάλιστα ανεξαρτήτως προσωπικών χαρακτηριστικών – πέφτει θύμα απατηλών συμπεριφορών και να αδιαφορούν για τις δυνατότητες και τα μέσα που οι ίδιες θα μπορούσαν να αναπτύξουν και να διαθέτουν ώστε να προλαβαίνουν τις απάτες αυτές. Οι τράπεζες είναι, άλλωστε, αυτές που διαμορφώνουν και λειτουργούν τα διαδικτυακά συστήματα πληρωμών, αντλούν κέρδη και εξοικονομούν δαπάνες από αυτά, προτρέπουν δε πλέον το σύνολο των καταναλωτών στην αξιοποίησή τους. Ως εκείνες λοιπόν που τα εξουσιάζουν, έχουν, τόσο με βάση την ειδική νομοθεσία, όσο και με βάση τις αρχές της καλής πίστης και της ασφάλειας των συναλλασσομένων, υποχρέωση να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να αποτρέπουν τις κακόβουλες επιθέσεις ή προσβάσεις στα συστήματα. Πριν καταστήσουν υπεύθυνους τους καταναλωτές για τη ζημία που οι ίδιες υφίστανται, οφείλουν από την πλευρά τους να έχουν εξαντλήσει και αξιοποιήσει κάθε δυνατότητα για την αποτροπή της.

Εξάλλου, η αναγνώριση του κινδύνου του phishing για την ασφάλεια των συναλλαγών επιβάλλει και διαμορφώνει ένα ευρύτερο πλέγμα υποχρεώσεων των τραπεζών για προσυμβατική και συμβατική πληροφόρηση ενόψει ή στο πλαίσιο των συμβάσεων παροχής τραπεζικών υπηρεσιών μέσω διαδικτύου. Οι κάτοχοι των λογαριασμών θα πρέπει να ενημερώνονται για τους κινδύνους που ενέχουν οι ηλεκτρονικές συναλλαγές και να έχουν τη δυνατότητα να προσαρμόζουν τη συμβατική τους σχέση με την τράπεζα, περιορίζοντας ή οριοθετώντας, με βάση και τις ανάγκες τους σε διαδικτυακές τραπεζικές υπηρεσίες, τους κινδύνους που αυτές ενέχουν. Πλήθος καταναλωτών που πέφτουν θύματα των εν λόγω πρακτικών αγνοούν το ύψος που μπορούν να φθάνουν τα ποσά που μέσα σε ελάχιστο χρόνο μπορούν να εξαφανιστούν από το λογαριασμό τους. Ακόμη περισσότερο αγνοούν την πρόσβαση που μπορούν να αποκτούν οι δράστες σε στοιχεία ή λογαριασμούς που δεν είναι συνδεδεμένοι με το διαρρηγνυόμενο μέσο πληρωμής. Η μη τήρηση υποχρεώσεων ενημέρωσης και διαφώτισης των πελατών που θα επηρέαζε τη συμπεριφορά τους, είναι λόγος που αποτρέπει ολικά ή μερικά τη μετακύληση της ζημιάς στους πελάτες.

Ουδόλως, λοιπόν, δικαιολογείται να χρεώνουν οι τράπεζες, άνευ ετέρου, τους λογαριασμούς των πελατών με τις ζημιές που προκαλούν οι απατηλές συναλλαγές. Κάθε περίπτωση phishing είναι μία πρόκληση για την κατανομή/έκταση της ευθύνης.