Διενέξεις στη Βουλή για την Αναπροσαρμογή Ασφαλίστρων Συμβολαίων Υγειάς.

Βολές της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής κατά της ρύθμισης για την αναπροσαρμογή των ασφαλιστηρίων συμβολαίων υγείας

Ενστάσεις διατυπώνει η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής για το περιεχόμενο της διάταξης που αφορά στην αναπροσαρμογή των ασφαλιστηρίων συμβολαίων υγείας.

Διαβάστε στη συνέχεια το αναλυτικό κείμενο:

35. Επί του άρθρου 268                                                     

 

Σύµφωνα µε την προτεινόµενη ρύθµιση, «1. Συµβατικές ρήτρες αναπροσαρµογής ασφαλίστρων σε µακροχρόνιες συµβάσεις ασφάλισης υγείας µπορούν να εξαρτούν την αναπροσαρµογή από αντικειµενικούς παράγοντες, που στηρίζονται στην αρχή της καταλληλότητας, ήτοι σε πραγµατικά και επίκαιρα δεδοµένα της ιδιωτικής ασφάλισης υγείας, όπως ιδίως η ηλικία του ασφαλισµένου και δείκτες, που είναι σαφείς, αντικειµενικοί, ευρέως προσβάσιµοι και επαληθεύσιµοι από τα συµβαλλόµενα µέρη, οι οποίοι διαµορφώνουν την τελική τιµή του ασφαλίστρου ανά έτος αναφοράς. Η συµµόρφωση των προαναφερόµενων ρητρών µε την αρχή της διαφάνειας και ιδίως µε τις παρ.1, 6 και 7 περ. ε) και ια) του άρθρου 2 πληρούται µε µόνο τον προσδιορισµό των παραγόντων και δεικτών, από τους οποίους εξαρτάται η αναπροσαρµογή των ασφαλίστρων, στη σύµβαση ασφάλισης. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων µπορεί να καθορίζονται οι κρίσιµοι δείκτες ή παράγοντες από τους οποίους εξαρτάται η αναπροσαρµογή.                                                                                                                                                                             

2. Σε περίπτωση που η αναπροσαρµογή ευρίσκεται εκτός των ορίων των παραγόντων και δεικτών της παρ. 1, οι ασφαλιστικές εταιρίες οφείλουν να ενηµερώνουν τους λήπτες της ασφάλισης για το ύψος της αναπροσαρµογής των ασφαλίστρων, παρέχοντας διευκρινίσεις για την απόκλιση από τα όρια των παραγόντων και δεικτών της παρ. 1. Η ενηµέρωση γίνεται από την ασφαλιστική εταιρία εντός προθεσµίας εξήντα (60) τουλάχιστον ηµερολογιακών ηµερών πριν από κάθε επερχόµενη αναπροσαρµογή».

Όπως αναφέρεται σχετικά στον πίνακα που φέρει τον τίτλο «Σύνοψη στόχων κάθε άρθρου» και αποτελεί µέρος της «Ανάλυσης Συνεπειών Ρύθµισης» (σελ. 632-633), «[ε]ξειδικεύεται, µε την πρόβλεψη ενδεικτικών κριτηρίων, η αρχή της διαφάνειας προς όφελος των ληπτών της ασφάλισης και των ασφαλισµένων. Με άλλα λόγια, η ρύθµιση παρέχει προστασία στους λήπτες της ασφάλισης µε την ιδιότητά τους ως καταναλωτών, επειδή προβλέπει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των κριτηρίων στις ρήτρες αναπροσαρµογής προς αποφυγή αδιαφάνειας (…) Επιπλέον, η εν λόγω διάταξη εξασφαλίζει µακροπρόθεσµα τη βιωσιµότητα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων προς όφελος των ασφαλισµένων, καθώς µε τα ενδεικτικά κριτήρια αναπροσαρµογής ρυθµίζεται η αναπροσαρµογή των ασφαλίστρων βάσει αρχών, όπως η διαφάνεια και η καταλληλότητα. Περαιτέρω, αποφεύγονται περιπτώσεις οι οποίες θα οδηγούσαν σε ακυρότητα αυτών των ρητρών και ως εκ τούτου αδυναµία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων να προβαίνουν σε αναπροσαρµογή των ασφαλίστρων εις βάρος της κεφαλαιακής τους επάρκειας εν τέλει».

Παρατηρείται, καταρχάς, ότι η νοµοτεχνική ένταξη της ανωτέρω ρύθµισης, ως αυτοτελούς άρθρου υπό τον τίτλο «Γενικοί Όροι Συναλλαγών – Καταχρηστικοί Γενικοί Όροι», στον ν. 2251/1994, όπως έχει κωδικοποιηθεί µε την υπ’ αριθ. 5338/2018 υπουργική απόφαση (B΄ 40), δεν παρίσταται δόκιµη, αφενός, διότι αφορά συγκεκριµένη κατηγορία συµβάσεων (ασφάλισης υγείας), και όχι κάθε σύµβαση στην οποία ένας εκ των συµβαλλοµένων είναι καταναλωτής, και, αφετέρου, διότι από τη διατύπωσή της προκύπτει ότι καταλαµβάνει γενικά λήπτες της ασφάλισης, και όχι µόνο καταναλωτές.

Πέραν αυτού, επισηµαίνονται τα ακόλουθα:

α) Σύµφωνα µε το άρθρο 2 παρ. 6 ν. 2251/1994, «[γ]ενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσµα τη σηµαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωµάτων και υποχρεώσεων των συµβαλλοµένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωµατωµένου σε σύµβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύµβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύµβασης ή άλλης σύµβασης από την οποία αυτή εξαρτάται». Περαιτέρω µε την παράγραφο 7 του άρθρου 2 ν. 2251/1994 ορίζεται ότι, σε κάθε περίπτωση καταχρηστικοί είναι ιδίως όροι που, µεταξύ άλλων, «…ε) επιφυλάσσουν στον προµηθευτή το δικαίωµα µονοµερούς τροποποίησης ή λύσης της σύµβασης χωρίς ορισµένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο, ο οποίος να αναφέρεται στη σύµβαση. […] ι) επιτρέπουν στον προµηθευτή να µην εκτελέσει τις υποχρεώσεις του, χωρίς σπουδαίο λόγο, ια) χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίµηµα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισµό του µε κριτήρια ειδικά καθορισµένα στη σύµβαση και εύλογα για τον καταναλωτή (…)». Οι περιπτώσεις αυτές, γίνεται δεκτό ότι θεσπίζουν τεκµήριο ότι οι αδιαφανείς ρήτρες είναι καταχρηστικές, δεδοµένου ότι δεν επιτρέπουν στον καταναλωτή σαφή πρόβλεψη για τα ουσιώδη ή έστω για κρίσιµα στοιχεία της σύµβασης (Βλ., αντί άλλων, Γ. Δέλλιο, σε Δίκαιο Προστασίας Καταναλωτή, επιµ. Ελ. Αλεξανδρίδου), 3η έκδοση, 2018, αρ. 30 επ. Επίσης ΟλΑΠ 15/2007, η οποία κάνει λόγο για την αρχή της διαφάνειας ως γενικής καθοδηγητικής αρχής, ΑΠ 652/2010).

Εξ άλλου, µε τις ανωτέρω ρυθµίσεις του ν. 2251/1994 ενσωµατώθηκε στην ελληνική έννοµη τάξη η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συµβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά µε τις καταχρηστικές ρήτρες των συµβάσεων που συνάπτονται µε καταναλωτές (EE L 95 της 21ης.4.1993, σ. 29–34), όπως ισχύει. Το άρθρο 3 της Οδηγίας ορίζει πότε µια ρήτρα είναι καταχρηστική, ενώ στην Οδηγία έχει τεθεί Παράρτηµα µε κατάλογο ρητρών, οι οποίες δύνανται να κηρυχθούν καταχρηστικές. Μεταξύ αυτών η περίπτωση ι) σύµφωνα µε την οποία είναι δυνατόν να κηρυχθούν καταχρηστικές οι ρήτρες που « (…) επιτρέπουν στον επαγγελµατία να τροποποιεί µονοµερώς τους όρους της σύµβασης χωρίς σοβαρό λόγο ο οποίος να προβλέπεται στη σύµβαση». Όπως αναφέρεται στο προοίµιο της Οδηγίας, «ο κατάλογος των ρητρών που περιέχεται στο παράρτηµα είναι, κατ’ ανάγκην, ενδεικτικός και εποµένως, δεκτικός προσθηκών, ή αυστηρότερης διατύπωσης ιδίως όσον αφορά το πεδίο εφαρµογής αυτών των ρητρών, από τα κράτη µέλη στα πλαίσια της νοµοθεσίας τους».

Στην ανωτέρω Οδηγία βρίσκει έρεισµα και η αρχή της διαφάνειας των προδιατυπωµένων συµβατικών όρων που δεν αποτέλεσαν αντικείµενο ατοµικής διαπραγµάτευσης. Σύµφωνα µε το άρθρο 5 εδ. α΄ και β΄ της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, «[σ]την περίπτωση συµβάσεων των οποίων όλες ή µερικές ρήτρες που προτείνονται στον καταναλωτή έχουν συνταχθεί εγγράφως, οι ρήτρες αυτές πρέπει να συντάσσονται πάντοτε µε σαφή και κατανοητό τρόπο.

Σε περίπτωση αµφιβολίας για την έννοια µιας ρήτρας, επικρατεί η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερµηνεία». Η ρύθµιση αυτή εισάγει τεκµήριο µη δεσµευτικότητας των αδιαφανών συµβατικών όρων υπέρ του καταναλωτή.

Ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της διαφάνειας αποτελεί η περίπτωση ι΄του Παραρτήµατος της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, το οποίο χαρακτηρίζει ως δυνατόν να κηρυχθούν καταχρηστικές, ρήτρες που επιτρέπουν στον προµηθευτή να τροποποιεί µονοµερώς τους όρους της σύµβασης, χωρίς σοβαρό λόγο, ο οποίος να προβλέπεται στη σύµβαση. Η αρχή της διαφάνειας δεν αναφέρεται µόνο στην τιµή και την παροχή, αλλά καταλαµβάνει την εν γένει θέση του καταναλωτή και περιλαµβάνει την αρχή της «προβλεψιµότητας» των όρων της σύµβασης.

Υπό το φως των ανωτέρω ρυθµίσεων, επισηµαίνεται πάγια νοµολογία, µετά την έκδοση της απόφασης του Αρείου Πάγου 1030/2001, κατόπιν συλλογικής αγωγής, σύµφωνα µε την οποία «[σ]ε περίπτωση επιφυλαχθέντος στον προµηθευτή, όπως είναι ο ασφαλιστής, δικαιώµατος αναπροσδιορισµού των ασφαλίστρων πρέπει να αναφέρονται κατά τρόπο ορισµένο όσο είναι δυνατό οι προϋποθέσεις αυτού και το δεδοµένο πλαίσιο διαµορφώσεως. Από τις αρχές της καλής πίστεως επιτάσσεται ότι συγκεκριµένος Γ.Ο.Σ. πρέπει να προσφέρει στον καταναλωτή επαρκή γνώση των οικονοµικών επιβαρύνσεων που αυτός αναλαµβάνει στο βαθµό που από τις περιστάσεις προκύπτει ότι κάτι τέτοιο µπορεί να αξιωθεί. Ο προµηθευτής ενεργεί κατά τρόπο καταχρηστικό, αν δεν συµµορφώνεται προς τις επιταγές αυτές. Τέτοια χαρακτηριστικά έχει ο Γ.Ο.Σ. εκείνος που επιτρέπει στον ασφαλιστή ως προµηθευτή να προβεί αυτός µονοµερώς σε µεταβολή των ασφαλίστρων σε οποιαδήποτε ηµεροµηνία ανανέωσης της συµβάσεως ασφαλίσεως. Σε µια τέτοια περίπτωση ο αντισυµβαλλόµενος-καταναλωτής παραδίδεται στην κρίση του προµηθευτή για την ορθότητα και αναγκαιότητα της αναπροσαρµογής χωρίς αυτός να µπορεί να προβλέψει κάτω από ποιες προϋποθέσεις και σε ποια έκταση θα υποστεί πρόσθετες επιβαρύνσεις. Ο τυχόν καταχρηστικός χαρακτήρας ενός τέτοιου όρου δεν αίρεται από την παρεχόµενη στον καταναλωτή δυνατότητα να καταγγείλει τη σύµβαση µέσα σε ορισµένη προθεσµία. Τέτοια δυνατότητα δεν µεταβάλλει σε τίποτε την αβεβαιότητα ενδεχοµένων µελλοντικών επιβαρύνσεων του καταναλωτή». Αντίστοιχα, ΕφΑθ 1407/2002, 4788/2008.

Υπό το φως των ανωτέρω, εκφράζεται ο ακόλουθος προβληµατισµός επί της παραγράφου 1 της προτεινόµενης ρύθµισης: Τα εδάφια β΄ και γ΄ της παραγράφου 1 ορίζουν ότι «[η] συµµόρφωση των προαναφερόµενων ρητρών µε την αρχή της διαφάνειας και ιδίως µε τις παρ. 1, 6 και 7 περ. ε) και ια) του άρθρου 2 πληρούται µε µόνο τον προσδιορισµό των παραγόντων και δεικτών, από τους οποίους εξαρτάται η αναπροσαρµογή των ασφαλίστρων, στη σύµβαση ασφάλισης. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων µπορεί να καθορίζονται οι κρίσιµοι δείκτες ή παράγοντες από τους οποίους εξαρτάται η αναπροσαρµογή».

Η απαρίθµηση αντικειµενικών παραγόντων από τους οποίους εξαρτάται η αναπροσαρµογή ασφαλίστρων σε µακροχρόνιες συµβάσεις ασφάλισης υγείας, που στηρίζονται στην αρχή της καταλληλότητας, ήτοι σε πραγµατικά και επίκαιρα δεδοµένα της ιδιωτικής ασφάλισης υγείας, όπως ιδίως η ηλικία του ασφαλισµένου και δείκτες που είναι σαφείς, αντικειµενικοί, ευρέως προσβάσιµοι και επαληθεύσιµοι από τα συµβαλλόµενα µέρη, οι οποίοι διαµορφώνουν την τελική τιµή του ασφαλίστρου ανά έτος αναφοράς, για να ανταποκρίνεται αυτό στις απαιτήσεις της υπερεθνικού χαρακτήρα αρχής της διαφάνειας των συµβατικών όρων, κατά την έννοια που αναλύθηκε ανωτέρω, προϋποθέτει και αναφορά στη βαρύτητα (ποσοστό) καθενός από τα κριτήρια αυτά.

Διαφορετικά, καταλείπεται η δυνατότητα διαµόρφωσης των ποσοστών αυτών κατά περίπτωση, και εκ των υστέρων (µετά τη σύναψη της σύµβασης), µονοµερώς από τις ασφαλιστικές εταιρίες, η οποία ισοδυναµεί µε εν µέρει µονοµερή τροποποίηση ουσιώδους όρους της ασφαλιστικής σύµβασης, δηλαδή του ασφαλίστρου, χωρίς σοβαρό λόγο που να προβλέπεται στη σύµβαση (Περίπτωση ι΄ του Παραρτήµατος καταχρηστικών ρητρών της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ) και, ενδεχοµένως, κατά τρόπο αδιαφανή, υπό την έννοια ότι ο ασφαλισµένος δεν θα µπορεί ούτε να προβλέψει υπό ποιες προϋποθέσεις και σε ποια έκταση θα υποστεί πρόσθετες επιβαρύνσεις και, πιθανώς, ούτε να ελέγξει τις επιβαρύνσεις αυτές.

Η ως άνω καταλειπόµενη προς τον προµηθευτή (την ασφαλιστική εταιρεία)ευχέρεια δηµιουργεί αβεβαιότητα στον καταναλωτή, που είναι το κατά τεκµήριο ασθενέστερο συναλλακτικά µέρος στην ως άνω σύµβαση προσχώρησης, ως προς τις µελλοντικές οικονοµικές επιβαρύνσεις του, αλλά και ως προς τη δυνατότητα άσκησης των δικαιωµάτων του που απορρέουν από µια τόσο σηµαντική σύµβαση, όπως αυτή της µακροχρόνιας ασφάλισης υγείας.

 

 

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.